Ξύλινη πινακίδα μούμιας της Ταήσα

Αρ.: Π22

Reference to the file: Δ. Ρουμπέκας, "Ναυτίλος Π22: Ξύλινη πινακίδα μούμιας της Ταήσα" στο Ναυτίλος. Επιλογή αρχαίων ελληνικών επιγραφών και παπύρων, online από 2023, ημερομηνία ανάσυρσης XX. URL: https://nautilos.arch.uoa.gr/exhibits/xylinh-pinakida-moumias-ths-tahsa/

  • Αρ.
    Π22
  • Τίτλος
    Ξύλινη πινακίδα μούμιας της Ταήσα
  • Ταήσαι ἐβίωσεν εἴκουσι ὀκτώ,

    γ(ίνονται) (ἔτη) κη. Εἰς τὴν λαμπρὰν ἀπῆλθεν.

  • Η Ταήσα έζησε είκοσι οκτώ χρόνια,

    συνολικά 28 έτη. Αναχώρησε για τη φωτεινή οδό.

  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

    SB I 1190· T.Berl.Möller 116· C.Étiq.Mom. 104.

    ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Krebs 1894: 40-41· Chrysanthou – Papathomas 2010: 20· Roumpekas 2022: 841.

  • Αίγυπτος.

  • Οι ετικέτες μούμιας γράφτηκαν για να εξυπηρετήσουν κυρίως πρακτικούς σκοπούς και συγκεκριμένα την αναγνώριση των σορών με το όνομά τους από τους υπεύθυνους μεταφοράς και ταφής τους (Quaegebeur 1978· Depauw 1997: 121· Arlt 2011). Συνδέθηκαν με την αιγυπτιακή πρακτική της μουμιοποίησης, η οποία προσαρμόστηκε και εξελίχθηκε κατά την πτολεμαϊκή, ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο (Youtie 1973: 419-420· Budge 1974· Drexhage 1995· Montserrat 1997: 33-44· Davies 1999: 32-39· Taylor 2001· Dunand 2007: 169-172· Torallas Tovar 2014: 129-140). Χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από το φτωχότερο τμήμα του πληθυσμού, το οποίο δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στο υψηλό κόστος μιας επιτύμβιας επιγραφής.

    Η πλειονότητα των πινακίδων είναι δίγλωσσες· η μία όψη τους περιέχει κείμενο στη δημοτική γλώσσα ενώ η άλλη στην ελληνική. Συνήθως το ελληνικό κείμενο αποτελεί μετάφραση του δημοτικού για τη διευκόλυνση του έργου των νεκροτάφων. Το περιεχόμενο των ετικετών μούμιας είναι συγκεκριμένο και λακωνικό, μιας και η περιορισμένη επιφάνεια του φορέα γραφής δεν επέτρεπε πλατειασμούς: αναγραφή του ονόματος του νεκρού/της νεκρής, του ονόματος πατέρα ή/και μητέρας, της ηλικίας θανάτου και του τόπου θανάτου ή ενταφιασμού. Ωστόσο, πολλές από τις γραμμένες στη δημοτική γλώσσα ετικέτες περιέχουν και μια θρησκευτική παρηγορητική φράση, η οποία συνήθως υπάρχει μεταφρασμένη στην ελληνική εκδοχή του κειμένου, ενώ το ελληνικό κείμενο ορισμένων ετικετών περιλαμβάνει μια ελληνική λέξη ή φράση χαιρετισμού ή/και συλλυπητηρίων (Quaegebeur 1978: 245, 251-253· Arlt 2011).

  • Πινακίδα από ξύλο, διαστάσεων 15 εκ. μήκος και 3,8 εκ. πλάτος.

  • Παραμυθητικές εκφράσεις

    Διάφοροι τρόποι αποτροπής του δυσάρεστου συναισθήματος που προέρχεται από τη συνειδητοποίηση του αναπόδραστου του θανάτου, ωραιοποίησης του τέλους της ζωής και έκφρασης ελπίδας ότι οι νεκροί βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα από τους ζώντες είναι κοινοί στα αρχαία ελληνικά και λατινικά παρηγορητικά κείμενα, τα ταφικά επιγράμματα, τις επιτύμβιες επιγραφές και τις συλλυπητήριες επιστολές γραμμένες σε πάπυρο από την ελληνορωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή Αίγυπτο (Kassel 1958· Bernard 1969· Guarducci 1974: 147-197· Scourfield 1993· Worp 1995: 149-154· Chapa 1998· Papathomas 1998: 195-206· Tsagalis 2008· Baltussen 2012· Garulli 2012· Kotsifou 2012: 389-411).

    Οι παρηγορητικές εκφράσεις που βρίσκουμε στις ελληνικές πινακίδες μούμιας περιέχουν λέξεις ή φράσεις που έχουν κατά βάση δύο στόχους, ανάλογα με το περιεχόμενό τους: άλλοτε στοχεύουν να συνοδεύσουν τους νεκρούς στο ταξίδι τους στην αιώνια ζωή και άλλοτε να παρηγορήσουν τους ζώντες συγγενείς ή οικείους τους. Θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε αυτές τις εκφράσεις στις εξής κατηγορίες: α. χαιρετισμός προς τους νεκρούς, κυρίως με τα ρήματα «χαῖρε», «εὐτύχει», «εὐψύχει» (ενδεικτικά P.Coll.Youtie II 116 και 119, SB I 777, 835, 1427, 3837, 3844-3845, 3878, 5626, 5985, SB V 8695), β. το αναπόφευκτο του θανάτου, κυρίως με τη φράση «οὐδεὶς ἀθάνατος» (π.χ. SB I 3992, 3514, 3515, 5715), γ. περιγραφή του χαρακτήρα και της κατάστασης του θανόντος/της θανούσης, είτε ενόσω ζούσε είτε αφού απεβίωσε, για παράδειγμα με τα επίθετα «χρηστός/-ή» και «ἄλυπος» (π.χ. SB V 8695) και τις φράσεις «ζῆν/ζήσειν ἐν θεῷ» ή «ζῇ τὸ ὄνομα (τοῦ δεῖνος) παρὰ (θεῷ)» (SB III 7108), «ἐν Κυρίῳ/θεῷ» (T.Mom.Louvre 1115), δ. δήλωση του πρόωρου χαρακτήρα του θανάτου, μέσω του χαρακτηρισμού του νεκρού ως ἀώρου (SB I 5626), ε. υπενθύμιση της αιώνιας μνήμης του νεκρού, κυρίως με το επίθετο «ἀείμνηστος/-η» και το σύνθετο «εἰσαείμνηστος/-η», ή με τη φράση «εἰσαείμνηστον τὸ ὄνομα» (π.χ. SB I 1208, T.Mom.Louvre 682, 685, 723, 822, 890, 918), στ. μεταφορικές εκφράσεις και ευφημισμοί, που προσδίδουν στον θάνατο χαρακτηριστικά του ύπνου και της ανάπαυσης, όπως «ἐκοιμήθη», «ἀναπαύεται» (T.Mom.Louvre 1115, SB I 1205), και το επίθετο «εὔμοιρος/εὐμοιρία» (ενδεικτικά T.Mom.Louvre 472 και 864, SB I 1172) (Roumpekas 2022: 836-841).

     

    Η πινακίδα SB I 1190

    Η πινακίδα SB I 1190 ήταν κρεμασμένη πάνω στην σορό της Ταήσα, η οποία, σύμφωνα με το κείμενο, απεβίωσε στα είκοσι οκτώ της χρόνια. Σε αντίθεση με αρκετές άλλες ετικέτες μούμιας από τη ρωμαϊκή Αίγυπτο, ο τόπος θανάτου της Ταήσα δεν γίνεται γνωστός στην πινακίδα. Όσον αφορά στον τρόπο θανάτου της, ο συντάκτης τής SB I 1190 ακολουθεί την παράδοση της πλειονότητας των γραφέων των ετικετών μούμιας, οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν στα λακωνικά αυτά κείμενα τις συνθήκες θανάτου των νεκρών. Πάντως η ηλικία της Ταήσα υποδηλώνει πως αυτή απεβίωσε αρκετά νέα, επιβεβαιώνοντας τα δεδομένα των υπόλοιπων σωζόμενων ετικετών πως η θνησιμότητα των νεαρών στην ηλικία ατόμων στην Αίγυπτο ήταν σύνηθες φαινόμενο (βλ. Boyaval 1975: 49-75· Scheidel 1998: 285-292· Scheidel 2001: 10-16).

    Το περιεχόμενο της πινακίδας ολοκληρώνεται με την ύπαρξη της παρηγορητικής φράσης εἰς τὴν λαμπρὰν (ὁδόν) ἀπῆλθεν. Το ρήμα ἀπέρχομαι με τη σημασία της αναχώρησης του θανόντος/της θανούσης από τον επίγειο βίο δεν είναι άγνωστο στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ενώ παράλληλά του εντοπίζονται και σε παπυρικά κείμενα (LSJ, s.v.· Chrysanthou – Papathomas 2010: 10, 19-20). Επιπλέον, η ιδέα της ύπαρξης δύο δρόμων στη ζωή του ανθρώπου, από τους οποίους ο ένας οδηγεί στο φως και ο έτερος στον θάνατο, είναι αγιογραφική και διατρέχει ολόκληρη τη χριστιανική γραμματεία (πρβλ. Κ.Δ., Ματθ. 7, 13 και Lampe 1961: 936, s.v. “ὁδός”). Παρά ταύτα, η φράση εἰς τὴν λαμπρὰν (ὁδόν) ἀπῆλθεν αποτελεί τη μοναδική ως σήμερα σωζόμενη στις παπυρολογικές πηγές παρηγορητική έκφραση που αναφέρεται στη φωτεινή οδό την οποία ο νεκρός/η νεκρή ακολουθεί κατά την αναχώρησή του/της από τη ζωή (Chrysanthou – Papathomas 2010: 20). Μοναδικό παπυρικό παράλληλο της συγκεκριμένης φράσης, το οποίο υποδηλώνει το πέρασμα από τη ζωή στον θάνατο, εντοπίζεται στη διαθήκη P.Cair.Masp. II 67151 (570, Αντινοόπολη), στ. 259-260: ἐγὼ γὰρ ὁ δείλαιος εἰς ὅδον πάντων πορεύσομα̣ι̣, δεόμενος ἱ[λασμοῦ καὶ] / π̣ρε`σ΄βε̣ί̣ας ἁπάντων (Chrysanthou – Papathomas 2010: 20).

  • Δημήτρης Ρουμπέκας

  • Ημερομηνία Δημιουργίας
    22 Οκτωβρίου, 2025
  • Ημερομηνία Ανανέωσης
    22 Οκτωβρίου, 2025